Την ώρα που η πόλη ξυπνάει το τρένο ξεκινάει την βόρεια
διαδρομή του.
Στο πρώτο βαγόνι κόσμος πηγαινοέρχεται συνεχώς. Μα είναι δυο
ζευγάρια μάτια που κάθονται αντικριστά κάθε μέρα.
Δε μιλούσε ποτέ ο ένας στον άλλο μα πρόσεχε ο ένας την κάθε
κίνηση του άλλου.
Έφθαναν στις 7 κάθε πρωί πιάνοντας πάντα τη θέση δίπλα από το
παράθυρο
Έτσι όπως εναλλάσσονταν τα τοπία
Έτσι εναλλάσσονταν και οι σκέψεις τους.
Και με ακόμα πιο γρήγορο ρυθμό.
Το μυαλό προσγειωνόταν στο τώρα κοιτώντας μόνο ο ένας μέσα στα μάτια
του άλλου.
Έβλεπαν όσα στερήθηκαν και υπήρχαν μέσα τους προσδοκίες.
Κάθε πρωί κοιταζόντουσαν στον καθρέφτη και έδιναν την ίδια
υπόσχεση
Σήμερα θα πω έστω μια καλημέρα.
Ένας κόμπος στο λαιμό και
το πρώτο σύμφωνο δεν αρθρώθηκε ούτε και σήμερα.
Τα βράδια πριν πέσουν για ύπνο έφερνε ο ένας τη μορφή του άλλου
στο μυαλό του για να γαληνέψουν και να ονειρευτούν γλυκά.
Τα βαρετά απογεύματα στη δουλειά φτιάχνανε σενάρια για τις συζητήσεις που θα σκαράνωνανε.
Η ζωή κυλούσε, οι μέρες και οι βδομάδες περνούσανε.
Και ο ένας περίμενε από τον άλλο.
Μέχρι που ήρθε η μέρα που στο βαγόνι πια έμεινε μόνο ένας απ’
τους δυο.
Ο άλλος πια επιβιβάστηκε στο επόμενο, ή άλλαξε διαδρομή, ή
άλλαξε συνήθειες.
Δε ξανάρθε πια ποτέ.
Ποτέ ξανά δεν συναντήθηκαν.
Εκείνος που έφυγε, δεν γνωρίζουμε πως πορεύτηκε.
Εκείνος που έμεινε όμως ακόμα ελπίζει.
Ελπίζει πως θα καθίσει
απέναντι του και θα πει όσα δεν
τόλμησε ποτέ να πει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου